σαρκολαβίδα

σαρκολαβίδα
[-ις (-ίδος)] η , σαρκολάβος ο хирургические щипцы

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "σαρκολαβίδα" в других словарях:

  • σαρκολαβίδα — η / σαρκολαβίς, ίδος, ΝΜΑ χειρουργικό εργαλείο, ο σαρκολάβος. [ΕΤΥΜΟΛ. < σάρξ, σαρκός + λαβίς] …   Dictionary of Greek

  • σάρκα — η / σάρξ, σαρκός, ΝΜΑ, και αιολ. τ. σύρξ Α 1. το μυώδες μέρος τού σώματος τών ανθρώπων και τών ζώων, το κρέας (α. «στα μέρη όπου λαγωνικά τα δάχτυλα / μυρίζονται τη σάρκα», Ελύτης β. «ἔγκατά τε σάρκας τε καὶ ὀστέα», Ομ. Οδ.) 2. το μέρος αυτό τού… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»